Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1995. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1995. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

Άρθρο με τίτλο Διόνυσος και Μήδεια, Τόπος Επίκοινος, Αφιέρωμα στις Βάκχες του Ευριπίδη

Διόνυσος  και   Μήδεια

Δρ. Αναστασιάδη  Δήμητρα

Δημοσίευση  Τόπος  Επίκοινος σ. 33-35




Όταν οι τερατικές μητέρες της αρχαίας  τραγωδίας Μήδεια, Αγαύη, Εκάβη, από επιθυμία ή μεταμόρφωση, θρηνούν, πενθούν, μαίνονται, παραφέρονται, πάσχουν, ένας Θεός είναι διαρκώς παρών. Ο Θεός Διόνυσος.
Πώς εξηγείται στα πάθη των γυναικών, ένας θεός να μοιράζεται τα πάθος και το πένθος μαζί τους; Πως εξηγούνται από τις πρώτες παιδοκτονίες κιόλας της Πρόκνης και της Φιλομήλας, οι παρουσίες  του Διονύσου; Ο μύθος μας λέει: «στο Άργος, στο τέλος της περιπλάνησης του, ο Διόνυσος τρέλανε τις Αργίτισσες κόρες του βασιλιά, όταν ο βασιλιάς αμφισβήτησε τη θεϊκή του καταγωγή. Οι  κόρες του κομμάτιασαν τα παιδιά τους  στους αγρούς και τα έφαγαν ωμά».[1]
Οι παιδοκτονίες στο Άργος ή στον Κιθαιρώνα είναι συνδρομή του Διονύσου. Ο Θεός είναι παράταιρα δεμένος με τη παιδοκτονία. Ας θυμηθούμε τις παιδοκτονίες της Πρόκνης και της Φιλομήλας: παραφέρονται, ξεσκίζουν και βράζουν παιδιά από θεϊκό ενθουσιασμό.[2] Ακόμα ο Θεός ανατρέφεται από φονικές μητέρες: την Ινώ, που είναι αδελφή  της μητέρας του θεού Σεμέλης, αδελφή επίσης της Αγαύης και της Αυτονόης. Αγαύη και Αυτονόη είναι δεμένες επίσης με την παιδοκτονία, αφού και οι δύο με τον τρόπο τους βρίσκονται μπλεγμένες στο σπαραγμό παιδιών. Ακόμη, η Αγαύη σκοτώνει τον γιό της και βασιλιά Πενθέα. Η Ινώ,  σκοτώνει τα παιδιά της και θαλασσώνεται από το θέλημα της Ήρας ( Ευρ., Μήδ.,  1280-1290). Οι πρώτες παιδοκτονίες δένονται με το Θεό Διόνυσο ακόμη και μέσω της Ήρας που διώκει το Θεό, ως μητέρα θεών και ανθρώπων και  προκαλεί τη δολοφονία του από τηην Ινώ, σπρώχνοντας την με μανία στη θάλασσα ( μια άλλη μυθική εκδοχή).
Οι παιδοκτονίες μπλέκονται από τη συνδρομή του Θεού Διονύσου και η εμπλοκή παράγεται μέσου του γυναικείου θυμού. Τότε που θυμός και θύμηση είναι πένθος και πόθος φιλοπενθής, θύειν και θυσία μαζί. Εμπλέκονται και μεθούν τη γυναικεία  - μητρική ψυχή οδηγώντας την στη κατασπάραξη παιδιών. Η Μήδεια το ομολογεί  ρητά, μετά από τις παραισθήσεις του θυμού της, την μήνιδα – ίδια με του Αχιλλέα – μέσα από τα φαντάσματα , τις μνήμες, την ανάμνηση της μητρότητας, ότι οδηγείται σε μέθη αισθήσεων.  « Τολμάς μεθείναι καρδίας χόλον» (Ευρ., Μήδ., 590) ή ακόμη  «Θυμός δε κρείσσων των εμών βουλευμάτων» (Ευρ., Μήδ.,  1078-80).
Η Φιλομήλα και η Πρόκνη, βιασμένες και αρπαγμένες θυμώνουν και σπαράζουν παιδιά. Το ίδιο και η Ήρα είναι διαρκώς θυμωμένη με τον Διόνυσο. Οι παιδοκτονίες εκτελούνται παρουσία θεών και ανθρώπων και λειτουργούν διαρκώς στα παράγωγα του «θυμός» και  «θύειν». Θυμός  όπως οργή και θύειν όπως θυσία και αποχαλίνωμα. Θυμός, οργή και όργιο, οργασμός της ζωής. Θυσία, όπως προσφορά και φόρος στη συλλογική ζωή. Και στις δύο παιδοκτονίες της Μήδειας και της Αγαύης, ο θανών γίνεται θύμα που μέσα από τον θάνατό του αναγεννιέται η κοινότητα. Αναγέννηση που θα σημαίνει τη νέα πολιτιστική τάξη. Μια νέα τάξη που στεριώνει πάνω στο αίμα και στο θάνατο. Η μητρότητα θυμώνει και θυμάται, πενθεί και οδύρεται, ένα μοτίβο που το συναντάμε στην περιπλάνηση της θεάς Δήμητρας, όπου και εκεί  θύμηση, πένθος και οδυρμός οδηγούν στην Περσεφόνη, την κόρη που Άδη και στο θάνατο. Στην κοιλιά της Βαυβώς – μια πιθανή κύηση του Διονύσου – ο Θεός εμφανίζεται έμβρυο ήδη, παρών στην μητρική μήνιν – οργή και πένθος της θεάς Δήμητρας, να εξευμενίζει.
Τι είδους μητρότητα  αποθεώνει και συντροφεύει ο Θεός; Τι σημαίνει η αποδοχή ή η εκδίωξη του θεού μέσω μιας μητρότητας  καλής ή κακής; Πώς η αποδοχή του θεού συντροφεύεται  από όργια συλλογικών φόνων, σπαράγματα παιδιών  ή του θεού του  ίδιου; Και τέλος τι μπορεί να σημαίνει ένας θεός που ο ίδιος έχει διαμελισθεί και διασπαραγμοί επανειλημμένως από τους Τιτάνες ως νήπιο και ως έφηβος να προτρέπει σε παιδοκτονίες; Και τέλος η παιδοκτονία της Μήδειας, πως σχετίζεται ( αν τελικά σχετίζεται) με τον Θεό Διόνυσο;
Πουθενά μέσα στο  κείμενο του Ευριπίδη δεν αναφέρεται ο θεός, όπως επίσης κανένας μύθος δεν συνδέει ρητά τη παιδοκτονίας της Μήδειας με τον Διονυσιακό ενθουσιασμό. Κατά τη γνώμη μας όμως  υπάρχουν αναλογίες από μια σειρά συσχετίσεων που συνδέουν και τις δύο μορφές. Ότι ενώνει τις ιστορίες των δύο προσώπων κατ’ αρχάς είναι ο σπαραγμός. Σπαραγμός, θυσία του πιο αγαπημένου κομματιού της ζωής. Ο σπαραγμός προκύπτει από  τις  ιδιόμορφες ιδιότητες, στοιχεία που εμφανίζουν τα δύο πρόσωπα στον μύθο  αλλά και στη τραγωδία. Ο Ι. Κόττ μας λέει:[3]
            «Αν συγκρίνουμε όλες τις παραδόσεις γύρω από τον Διόνυσο, ξεχωρίζουν σαφώς τα κοινά σημεία των διαφόρων εκδοχών. Είναι: α) η τρέλα, θεϊκή τρέλα συνήθως σταλμένη από το θεό τον ίδιο, β) μια παιδοκτονία, συνήθως του γιού του ίδιου του φονιά, γ) ο φόνος συνοδεύεται από τα κομμάτια του σώματος (σπαραγμός) δ) το φάγωμα ωμού κρέατος, η ευχαρίστηση κρέατος ωμού που εξυμνεί ο χορός των Βακχών και ε) ο γιός κομματιάζεται και καταβροχθίζεται από την ίδια τη μητέρα».
Αν συγκρίνουμε τα παραπάνω στοιχεία με την περίπτωση της Μήδειας παρατηρούμε ότι πρώτα η τρέλα της Μήδειας είναι  ερωτική,  όχι ξεκάθαρα δοσμένη από τον θεό Διόνυσο, αλλά μόνο «χαλεπά γάρ βροτοίς ομογενή μιάσματα΄επί γαίαν, αυτοφόνταις δυνωδά θεόθεν πίπτοντ΄  επί δομοίς άχη» (Ευρ., Μήδ., 1268-70). Η παιδοκτονία είναι σημείο απόλυτης συμφωνίας αφού η Μήδεια στις πιο συνηθισμένες μυθικές εκδοχές είναι εκείνη που παιδοκτονεί όπως επίσης και ο φόνος, το κομμάτιασμα του σώματος των παιδιών – ο διασπαραγμός-  υπάρχει και μέσα στην τραγωδία, αφού η Μήδεια αναφέρεται ως «μυσαρά» και  «παιδολέτορ» (Ευρ., Μήδ., 1393). Η όψη δολοφονημένων παιδιών  την μετατρέπει σε «αισχροποιέ και τέκνων μιαιφόνε» (Ευρ. Μήδ., 1346).
Εξ’ άλλου η Μήδεια αναφέρεται στην τραγωδία και στο μύθο σαν εκείνη που γνωρίζει  τις διαδικασίες   του σπαραγμού, διαμελισμού του σώματος. Για παράδειγμα, στη χαμένη τραγωδία του Ευριπίδη, Πελιάδες, ή ακόμη και στο μύθο όπου η Μήδεια σκοτώνει, σπαράζει και διασκορπίζει τα κομμάτια του αδελφού της, φεύγοντας από την Κολχίδα. Σπαράγματα οικείων προσώπων της πόλης ή του στενού οικογενειακού κύκλου, ότι μας κάνει να συμπεραίνουμε ότι κάθε φυγή της Μήδειας είναι διασπαραγμός[4] σκόρπισμα των οικείων  κομματιών και φυγή, απελευθέρωση ή από- ενοχοποίηση, σπάραγμα και ταξίδι, μία εκ νέου περιπλάνηση για την ανεύρεση του επόμενου κύκλου ζωής ή των κομματιών του δικού μας εαυτού. Τότε που κάθε φόνος της Μήδειας γίνεται τελετουργία[5]. Όπου υπάρχει τελετουργία, τελετή, υπάρχει και ίδρυση εορτών για καθαρμό αιώνιο στη μνήμη και στο χρόνο, όπως οι ιερουργίες προς τιμήν της Ήρας μετά τη παιδοκτονία  «Γή δε τήδε Σίσυφου σεμνήν εορτήν και τέλη προσάψωμεν το λοιπόν αντί τούδε δυσσεβούς φόνου» (Ευρ., Μήδ.,1381-83).
Το ίδιο, απ’ όπου περνά ο Θεός Διόνυσος κατά τη διάρκεια της περιπλάνησης του ιδρύει τελετές, μυστήρια προς δόξα και αποδοχή του θεού. Τέλος ως προς τη ωμοφαγία και τη καταβρόχθιση του διαμελισμένου γιού από τη μητέρα, στη Μήδεια δεν υπάρχουν  τέτοιες αναφορές αλλά υπάρχει ενταφιασμός των παιδιών στη γή – μια άλλη κύηση ή καταβρόχθιση, κατακρυπτιείν από τη μεγάλη μητέρα των Θεών και των ανθρώπων, τη μητέρα Γή- γαία, αρχέγονη μητέρα  πάντων που κυει και ενταφιάζει αιωνίως ταγμένη στις διαδικασίες της γέννησης και της φθοράς.
Πέρα από τις κεντρικές αναφορές στις οποίες παραπέμψαμε, όπου μπορεί να ταυτίζονται ή να διαφοροποιούνται οι μορφές  του Διονύσου και της Μήδειας σχετίζονται επιπλέον. Κατ’ αρχήν και οι δύο μορφές μετά τις παιδοκτονίες, τη παραφορά και τη ζάλη των αισθημάτων ή των αισθήσεων και οι δύο προετοιμάζουν τη φυγή τους με από μηχανής θεούς [6]. O Διόνυσος στη στέγη του παλατιού και η Μήδεια   στη στέγη του οίκου της με το φιδόσυρτο άρμα της και τα σκοτωμένα παιδιά της, έτοιμη να πετάξει για την Αθήνα. Εμφανίζονται μεσίστιοι να διαμεσολαβούν θεούς και ανθρώπους, πάνω και κάτω, ουρανό και γη, κάτι που επίσης επαναλαμβάνεται και στις μεταμορφώσεις της Πρόκνης και της Φιλομήλας ως πουλιά, μια επίσης μεσολάβηση αντιθέτων κόσμων. Τότε που το ιερό με το ανίερο και το όσιο με το ανόσιο γεφυρώνεται, τότε που το τραγικό θύμα, ως σημείο και σύμβολο μεσολάβησης, δείχνει το δρόμο, ένα δρόμο γεμάτο πτώματα[7].
Και οι δύο μορφές, Διόνυσος και Μήδεια, είναι μορφές βάρβαρες και ελληνικές μαζί. Είναι εξόριστοι, μη αποδεκτοί, ανένταχτοι. Ο Διόνυσος καλεί σε τελετουργικούς χορούς όσους δεν  εντάσσονται στο θεσμικό πλαίσιο, τις γυναίκες. Γεγονός που τον ονομάζει συχνά Ελευθέριο και Λύσιο[8], ότι δένει τις γυναίκες επιπλέον   με τη διονυσιακή θρησκεία. Μήδεια και Διόνυσος επαναλαμβάνουν τα στοιχεία της θυσιαστικής κρίσης: στοιχεία που στοχεύουν στην εξάλειψη των διαφορών υπαινισσόμενοι μια νέα οπτική στον κόσμο, έργο του Διονύσου αλλά και των γυναικών στην τραγωδία.[9]
Ακόμη, Διόνυσος και Μήδεια διαφυλάττουν μυστικά και τέρατα[10] (ή  τα αντιμετωπίζουν στις περιπλανήσεις τους). Ο Διόνυσος τάσσεται συχνά στις διαφυλάξεις του ιερού, χώροι που επίσης διαφεντεύει η γυναίκα. Ακόμη, συχνά στις διηγήσεις εμφανίζεται προσφιλής προς την εγκαταλελειμμένη γυναίκα τύπου Αριάδνης. Η νοσταλγία, σαν πένθος ή πάθος ερωτικό όλο ανάμνηση, δένεται με τη διονυσιακή μανία.[11]Γεγονός που αποδεικνύει ξανά ότι η μανία – το μένος – η γυναικεία μήνις ή μέθη οργιαστική, οργή και όργιο είναι συγγενικά και είναι έργα διονυσιακά με ρητή ή άρρητη τη συμμετοχή του θεού. Έργο διονυσιακό, ότι μεταδίδεται προς κάθαρση, προς κοινοποίηση ή διαπόμπευση, ότι φωτίζει και απελευθερώνει το άγος – μίασμα, εξιλεώνοντάς το. Όπου υπάρχει πομπή γυναικών, τελετή φόνος συλλογικός, τελετουργία, υπάρχει και Διόνυσος, όπως υπάρχει και τραγωδία ( Βάκχες, Εκάβη).
Η Μήδεια δρα μόνη της, έρημος αναλαμβάνει τη τελετή εξιλέωσης. Η οργή της δεν μοιράζεται με κανένα. Μόνη, «μήτηρ, κινεί καρδίας, κινεί δε χόλον» (Ευρ., Μήδ.,  99) και «τολμάς μεθείναι καρδίαν μέγαν χόλον» (Ευρ., Μήδ., 590). Η διονυσιακή παρουσία δεν αναφέρεται ρητά πουθενά στο ευριπίδειο κείμενο, αλλά τι είναι εκείνο κινεί καρδίαν και χόλον και τολμά μεθείναι καρδίαν πέραν του Διονύσου; Και να σημειώσουμε  εδώ ότι ολόκληρη η μηχανική των σχεδίων της για τους επερχόμενους θανάτους εξ’ αρχής έχει ειπωθεί ότι είναι απονομή δίκης «συν θεώ» («ός ημίν σύν θεώ τείσαι δίκην» (Ευρ., Μήδ., 802).
Ποιος Θεός αποδίδει τη δίκη και συμπράττει σε δολοφονίες παιδιών; Ποιος Θεός στη τραγωδία θεώνει τα πρόσωπα μέσω των δολοφονιών σπρώχνοντας όλο βιαιότητα πέραν  του θεού της τραγωδίας, του ίδιου του Διονύσου; Ποια ψυχική αναγκαιότητα εκφράζεται μέσω του θεού που την απελευθερώνει ή την κοινοποιεί, παρόλο που εκείνος μπορεί να μένει δέσμιος ή και ανομολόγητα αθέατος; ( Βάκχες).
Οι απαντήσεις δεν είναι δεδομένες αλλά υπάρχει κάτι ακόμη που συγχέει τη μεταξύ τους σχέση. Και τα δύο πρόσωπα μετά το τέλος των  περιπλανήσεων τους ή των σταθμών που έχει η δράση τους , ξένοι διαρκώς Άλλοι, αυτοί οι  ξένοι, εξόριστοι και οι διαρκώς ανέστιοι θα εγκαθίστανται μετά τις δολοφονίες, τις τιμωρίες, τα  σπαράγματα ή τις θυσίες στην Αθήνα. Τότε που η πόλη των Αθηνών θα αποδέχεται το ξένο, το βάρβαρο, το ανόσιο, σαν προσφορά ασύλου και προστασίας, σαν μια αποδοχή της ύπαρξης των αντιθέτων κομματιών της κοινότητας των Αθηναίων πολιτών. Τότε που η ένωση με τα αντίθετα θα σημαίνει ολοκλήρωση, ενοποίηση των πολλαπλών κομματιών της ζωής για την πόλη. Ότι θα σημαίνει για τους άντρες αποδοχή των γυναικών, του γυναικείου λόγου και της γυναικείας δράσης, ότι θα σηματοδοτεί την αποδοχή του διαφορετικού, του  παράδοξου, του ανοίκειου, του χθόνιου και του ανίερου. Στοιχεία που επιτρέπουν να ακουστεί η στιγμή της εξορίας της Μήδειας σαν μια στιγμή όπου: « όπου ετ’ αιδώς ελλάδι τα μεγάλα μένει» (Ευρ., Μήδ., 846-850).
Μήδεια και Διόνυσος, στοιχεία ετερότητας που θα γίνονται αποδεκτά στην πόλης της Αθήνας, μετά τη διασάλευση, την πομπή, την αταξία, το χαοτικό. Στοιχεία ετερότητας[12]που στη Μήδεια θα δικαιολογούνται καταρχάς όταν η τραγική φιγούρα θα παίρνει μορφές ζωώδεις και τερατικές, όψεις σκύλλας, λέαινας, ταύρου. Ετερότητα που θα δικαιολογείται πολλαπλά, αφού είναι βάρβαρη, ως προς τον πολιτισμό, είναι γυναίκα ως προς το κλάμπ ανδρών – πολιτών της Αθήνας, είναι ξένη ως προς το ελληνικό στοιχείο, όπως  είναι και εξόριστη. Στοιχεία  ετερότητας ταυτόσημα που συγκεντρώνει και ο Θεός Διόνυσος, αφού μεταμορφώνεται  διαρκώς, είναι αμφίβολης και βαρβαρικής καταγωγής, ξένιος, εκπροσωπείται από γυναίκες και είναι διαρκώς περιπλανώμενος, εξόριστος.
Μια ετερότητα που συμβολίζει το θάνατό μας. Συμβολίζει και δηλώνει πως ο άλλος, ο ξένος και ο διαφορετικός από εμάς, όπως και για τη πόλη των Αθηνών, μας καταργεί, αφού πυρπολεί τη κοινότητα, τον  ίδιο μας τον εαυτό, την ταυτότητά μας.
Κατάργηση και αφανισμός της ίδιας της συλλογικότητας. Ότι μας εξουθενώνει, μας οδηγεί στο χαμό, μας διαψεύδει. Μια εικόνα ζωής που αποκρύπτεται και φωτίζεται στις ίδιες τεχνικές που υπάρχει το θέατρο των σκιών  και των φαντασμάτων της ζωής ή  της πόλης.
 Έτεροι, τραγικά θύματα ή θύτες, θεοί ή δαίμονες, στοιχεία της φύσης ή του χθόνιου και του τερατικού, είναι όποιοι θα συσσωρεύουν  το κακό, το άγος, τη νόσο, όποιοι επίσης θα την αποδεσμεύουν, ελευθερώνοντάς την, καθαίροντας. Έτεροι, αυτοί που θα μας αναγεννούν. Ο μύθος του Διονύσου είναι ένας τέτοιος μύθος[13]. Κύκλος ζωής  και θανάτου, δηλαδή ένας μύθος μυητικός.[14]Στον ίδιο μυητικό μύθο, τον διονυσιακό κύκλο ζωής και θανάτου βρίσκονται και οι άλλες παιδοκτονίες της Πρόκνης και της Φιλομήλας. Ότι μας κάνει εν τέλει να υποθέτουμε ότι κάθε θάνατος στην τραγωδία, κάθε κύλισμα των χεριών στο αίμα είναι μια γέννηση, νύξη και υποψία δημιουργίας στον κόσμο, τόσο για την πόλη των αθηναίων όσο και για εμάς σήμερα. Ότι διπλά δοξολογεί  τον θεό Διόνυσο σαν θεό της ζωής και του θανάτου, ότι  επίσης διπλά δοξολογεί τις κακές τερατικές μητέρες, να είναι μητέρες που σχετίζονται με τον Θεό και επιφέρουν σε κάθε  θάνατο μια επιπλέον γέννηση ζωής.[15]



[1] Απολλόδωρου Βιβλιοθήκη. Βιβλίο Γ. V.2. τόμ. Α & Β, εισαγωγή- μετάφραση, σχόλια Απ. Παπανδρέου, Αφ. Τολίδη, Αθήνα, 1970. Το ίδιο περιστατικό αναφέρεται και στον Όμηρο Ιλιάδα, τ. 130.
[2] Κάρλ Κερενουΐ, Η μυθολογία των Ελλήνων, Εστία, Αθήνα 1966, σ. 529.
[3] Ιάν Κόττ, Θεοφαγία, Εξάντας Αθήνα, 1976, σ. 214.
[4] Mimoso –Ruiz, Medee Antique et Moderne, Association des Puplicites, Paris, 1980, p. 26.
[5] Idid., p. 30.
[6]Idiod., p. 243.
[7] Idiod., p 18.
[8] J. P. Vernant, Μύθος και Σκέψη στην Αρχαία Ελλάδα, Νεφέλη, Αθήνα 1987, σ. 167.
[9] Rene Girard,  Εξιλαστήριο Θύμα – Η βία και το ιερό, Εξάντας, Αθήνα 1991, σ. 215.
[10] J.Bessiere – A. Michel, Figures Feminines et Romans, centre d’ Etudes du Roman et du Romansque, Puf, Paris 1982, p. 16.
[11] Walter Otto, p. 182.
[12] J. P. Vernant,   Το βλέμμα του θανάτου, Αλεξάνδρεια Αθήνα 1992, σ. 12.
[13] M. Detienne, Dionysos mis a mort, Essais, Paris 1977, p. 30-31.
[14] W. Otto, p.182.
[15] W. Otto, p.189.

H αργοναυτική εκστρατεία ως ταξίδι μύησης

Η αργοναυτική εκστρατεία ως ταξίδι μύησης
Δρ. Αναστασιάδη Δήμητρα
Ανακοίνωση στο Συνέδριο Μύθος Λόγος Πόλις. Διήμερο συνέδριο Πάντειο  Πανεπιστήμιο

Θα σας διηγηθώ μια ιστορία:
«Στα πέρατα του κόσμου αυτού και του άλλου, στα όρια του φωτός και του σκότους, στις πύλες του Άδη και στην ανατολή του  Ήλιου, ζούσε και βασίλευε μια γυναίκα, η Μήδεια.
Αυτό ήταν το βασίλειο της.
Εγγονή του Ήλιου, ιέρεια του χθόνιου, μάγισσα του ανίερου, φύλαγε μυστικά – σαν φυλαχτό- από την ανατροφή της εφηβείας της κιόλας, έναν θησαυρό, το χρυσόμαλλο δέρας. Αυτό το  θησαυρό, αναζητούσε ο αρχηγός της Αργοναυτικής Εκστρατείας, ο Ιάσων κι έκανε αποστολή του ταξιδιού, την ανεύρεσή του. Στην περιπέτεια  του ταξιδιού, βοηθούσαν οι θεοί, η Ήρα, η Αθηνά και ο Απόλλων. Η κατοχή του θησαυρού θα έδινε το χαμένο παράδεισο ,τα σκήπτρα της εξουσίας, το χαμένο βασίλειο.
Οι Αργοναύτες ταξίδεψαν και στο ταξίδι τους συνάντησαν σημεία και τέρατα: αρπακτικά πουλιά, τις Συμπληγάδες πέτρες, δράκοντες- φίδια. Το καράβι του η Αργώ, γινόταν πουλί και πέταγε και έτσι, μέτρησαν το βάθος της αβύσσου. Εκεί η Μήδεια και ο Ιάσων, συναντήθηκαν, ερωτεύτηκαν, πολέμησαν κέρδισαν το θησαυρό – το χρυσόμαλλο  δέρας- όρισαν ξανά τα σύνορα του κόσμου, βγήκαν στο φως παντρεύτηκαν, επέστρεψαν στην Ιωλκό και τη Κόρινθο, αλλά παράδεισο δεν βρήκαν».
Η ιστορία της Αργοναυτικής εκστρατείας είναι παλιά από όλες τις απόψεις. Τόσο παλιά όσο παλιά θεωρείται και η αναζήτηση μιας χώρας υπερβατικής, όσο παλιά θεωρείται η αναζήτηση και η εύρεση της ουτοπίας. Η Αργοναυτική εκστρατεία αφηγείται τον πόθο της περιπέτειας, την κατάργηση των ορίων της πόλης, το ταξίδι στη θάλασσα για την ανεύρεση του χαμένου θησαυρού και του χαμένου παραδείσου.
Ο μύθος  ως μέρος της ψυχής και του κόσμου, εσωκλείει τις περιπέτειες της ανθρώπινης αναζήτησης για τα κομμάτια της ζωής που χάθηκαν για τους τόπους που δεν κατοικήθηκαν, για τις ψυχικές διαδρομές κάθε περιπλάνησης. Η παραμυθία  για  αυτούς τους τόπους τους ανεξερεύνητους και μυθικούς, η κατάβαση στο Άδη, η συνάντηση με μορφές τερατικές, η αναμέτρηση και η νίκη με τη θηριωδία και την αγριότητα είναι θέμα κοινό όλων των αφηγήσεων της περιπλάνησης: στην Οδύσσεια, στην ιστορία του Λαβυρίνθου και στο  Θείο δράμα του Διονύσου. Υπάρχει πάντα ταξίδι αναχώρησης και επιστροφή, ήρωας θηρίο ή θεός, όπως υπάρχει η αναμέτρηση με το θάνατο, η  υπέρβαση του, η νίκη της ζωής.
Κάθε ταξίδι μια εξορία. Η αλητεία στον κόσμο που κάθε ταξίδι προσκαλεί είναι ζήτημα όχι μόνο μετακίνησης, αναψυχής προορισμών  και αλλαγής παραστάσεων, αλλά είναι ταξίδι ψυχικής ανεύρεσης με τις εικόνες και τις παραστάσεις που η ψυχή γεννά.
Θαλασσοπορίες και εξερευνήσεις, περιπέτεια και  άθλος, η συνάντηση με ότι ψυχικά μας υπάρχει και μας τρομάζει, έξω από τα όρια της εστίας και της πόλης. Η αργοναυτική εκστρατεία είναι ένα ταξίδι μυητικό στο κόσμο της ζωής. Είναι από τα ταξίδια εκείνα που επιχειρούν ήρωες και τα διεκπεραιώνουν ηρωικά, παραδίδοντας μαθήματα ηρωικού ήθους για όλους τους πολίτες της πόλης από τον  μύθο ως τη τραγωδία και μέχρι σήμερα.
Ταξίδι μυητικό και ιερό μαζί, αφού έχει αποστολή ένα θεϊκό δώρο το χρυσόμαλλο δέρας – και συγχρόνως η αποστολή και ο προορισμός  του ταξιδιού είναι η ανακάλυψη της ταυτότητας του ήρωα, δηλαδή του ίδιου του πολίτη, δηλαδή του ίδιου του ακροατή.
Τέτοια ταξίδια μυητικά επιχειρούνται πάντα με την συνδρομή των θεών γιατί η περάτωση του ταξιδιού στην  θάλασσα, στο υγρό στοιχείο είναι βάπτισμα και μέρος της μυητικής διαδικασίας, αποθεώνει τον άνθρωπο, τον εξανθρωπίζει και αποκαλύπτει τον κύκλο των μυητικών δοκιμασιών στην πράξη σαν βίωμα.
Εξάλλου, ο πανελλήνιος χαρακτήρας της εκστρατείας, η υπέρβαση των ορίων – συνόρων του κόσμου, η μετάβαση σ’ έναν Άλλο κόσμο ή στον Άλλον κόσμο, η νίκη με τα στοιχεία της φύσης, η υπερπήδηση δοκιμασιών  και εμποδίων που παγιδεύουν   το θάνατο, μυεί, αναγγέλλει και παραδίδει εκ νέου τον κόσμο της ζωής στους αθηναίους πολίτες, έφηβους, ήρωες, ακροατές και αναγνώστες. Ο επαναπροσδιορισμός των συνόρων του κόσμου και της ψυχής, είναι μια υπόθεση άθλια γι΄αυτό αλλά όποιοι κατορθώνουν τους άθλους της είναι ήρωες πολυσυζητημένοι.
Κάθε άθλος και σταθμός της αργοναυτικής εκστρατείας, είναι μια αγωγή θανάτου. Μια αγωγή που πρέπει να κερδηθεί και να ξεπεραστεί νικηφόρα, για να σωθεί το ταξίδι και ο προορισμός του: Λήμνος, Αρτακία, Βιθυηνία, Φινέας, Συμπληγάδες Καύκασος, Βασίλειο του Άδη, Κολχίδα.
Κάθε σταθμός μια αποστολή για να διδαχθεί ο νεοφώτιστος έφηβος Ιάσων – οι αργοναύτες- αλλά και όλοι εμείς, την ιερότητα του θανάτους και της ζωή. Βουτιά στο άπειρο και το μαύρο της αβύσσου, ένα διαρκές στοιχείο της μύησης για την εφηβεία στην αρχαία Ελλάδα, που τώρα θα εναλλάσσεται με το φώς και την αποπεράτωση των δοκιμασιών στους σταθμούς της αργοναυτικής εκστρατείας.
Οι αργοναύτες απόστολοι του φωτισμένου κόσμου ελευθερώνουν σωτήρια τη ζωή από τη νόσο, από τα δεσμά του σκότους, επαναφέροντας το κρυμμένο φως και αποκαλύπτοντας το.
Έτσι στην Λήμνο, εκπολιτίζουν τις Λήμνιες γυναίκες, εξημερώνουν την αγριότητα, αποκαθιστούν τη τάξη της ζωής. Στην Αρτακία, αναμετρώνται με το γιγάντιο τους γίγαντες Δολίονες, πολεμούν και νικούν ότι τους υπερβαίνει και τους αφανίζει σωματικά. Και οι γιγάντιες μορφές της βίας, εξαφανίζονται από τον ίδιο τους τον εαυτό, μέσα  από τη παγίδα – την μήτιν – των αργοναυτών. Στην Βιηθυνία, συναντούν τον Φινέα, τον ελευθερώνουν από τα αρπακτικά πουλιά τις Άρπεις και ελευθερώνουν στην ουσία, τη  πορεία του ταξιδιού  προς τον Άλλον κόσμο.
Πέρασμα και πόρτα εισόδου στον Άδη, οι  συμπληγάδες πέτρες. Από εδώ  και κάτω, πετρώνει η ζωή. Στα περάσματα αυτά της ζωής και του ταξιδιού, ανάμεσα από τις πέτρες – βράχια που αγγίζονται, κινητοποιούνται κάθε λογής ζεύγη αντιθέτων: νύχτα και μέρα, πάνω και κάτω κόσμος, πολιτισμός- βαρβαρότητα, άντρας και γυναίκα, φώς και σκοτάδι, ουρανός και γη. Περάσματα που δίνουν πότο και έξοδο  στην α-πορία του ανθρώπου, άνοιγμα στην γνώση, μια γνώση συνοριακή του θανάτου. Τα  όρια – σύνορα του κόσμου καταργούνται εντός του θανάτου, τα πέρατα του ανθρωπίνου κόσμου και της ψυχής είναι αβυσσάλεα ακαθόριστα και τελικά απέραντα.
Η τέχνη της θαλασσοπορίας είναι η συνδρομή της θεάς Αθηνάς. Μήτις, δόλος, πανουργία, μεταμόρφωση είναι οι τεχνικές για τη διακυβέρνηση του πλοίου που γίνεται πουλί και διαφεύγει τις παγίδες του  θανάτου. Οι αργοναύτες βρίσκουν τον Πόρον, την έξοδο προς την ανοιχτή θάλασσα το ταξίδι διασώζεται και εξακολουθεί. Έτσι, το αργοναυτικό ταξίδι γίνεται ένα ταξίδι περασμάτων από τη ζωή στο θάνατο, από τον πολιτισμό στην βαρβαρότητα, από το φώς στο σκοτάδι, από το περατό στο α-πέραντο, από το ορατό στο αόρατο. Στον κόσμο του Άδη, όπου εισέρχονται οι αργοναύτες ταξιδευτές, σχεδόν ανίδεοι, κυριαρχεί το Μαύρο. Είναι ένας κόσμος αντιστροφής, σκιών, ψευδαισθήσεων και απάτης.
Η θαλασσοπορία  στην χώρα του Άδη θυμίζει στους ταξιδευτές και στους αναγνώστες το κόστος της ζωής, μέχρι το σημείο εκείνο, το υπέρτατο που εκείνη μέλλεται να αναγεννηθεί να συνεκτιμηθεί και να μεγεθύνει το ανθρώπινο. Η θαλάσσωση στο Μαύρο είναι μία κύηση της ύπαρξης εξακολουθητική στην αγκαλιά της θάλασσας και του Άδη και θα θυμίζει στην γέννηση και την αφάνεια και την ανυπαρξία το φώς από το σκοτάδι. Τέτοιου είδους ταξίδια στον Άδη, ταξίδια αντιστροφής του φαίνεσθαι και του είναι έχουμε διαβάσει ξανά στην Νέκυα της Οδύσσειας  αλλά και στο Θείο Δράμα του Διονύσου. Και παντού η ίδια διατύπωση: ένας κόσμος εντέλει χωρίς φως. Αυτός είναι ο  Κόσμος του Άδη. Ανίερος και μεγαλειώδεις από σκοτάδι προκαλεί δέος και απέχθεια μαζί, σε όσους έχουν ζωή και πνοή.
Σε αυτόν τον κόσμο – συμβολικά ή μη- έχουν σταθμεύσει και έχουν σεργιανήσει ήρωες και θεοί στην ελληνικής μυθολογίας και παράδοσης: Οδυσσέας, Ιάσων, Περσέας, Θησέας, Διόνυσος. Ότι μας κάνει να υποθέσουμε ότι τα ταξίδια της Αργοναυτικής εκστρατείας της Οδύσσειας, του Λαβυρίνθου  είναι συγγενικά. Συγγενικά αφού στον κόσμο του Άδη τελούν το υπέρτατο ταξίδι μέσα στη περιπλάνησή τους αφού  είναι ο τελευταίος σταθμός τους για να αρχίσει το ταξίδι της επιστροφής. Η επαφή με τον αέρα, την οσμή και την ανάσα του θανάτου, είναι ένα ταξίδι άλλο μέσα στο ταξίδι της ζωής.
Η περιήγηση στον Άδη, για τους αργοναύτες – όπως ίσως; Και για τον Οδυσσέα – είναι σεργιάνι στο θάνατο και κερδίζεται ηρωικά και έχει για κέρδος τη ζωή στο μεγαλείο της. Γνώση στα πέρατα της ζωής, μια γνώση που συνήθως παραδίδεται και συντροφεύεται από μια γυναίκα. Στο αργοναυτικό ταξίδι το σεργιάνι στο θάνατο, σώνεται και καταλήγει σε μια γυναίκα τη Μήδεια.
Εκείνη κρατά τα μυστικά της διάσωσης από τον Άδη και το θάνατο, εκείνη ανοίγει τους δρόμους της επιστροφής. Εκείνη διασώζει και φυλάττει το θησαυρό, την αποστολή του ταξιδιού κρατώντας το κλειδί της βασιλείας του Ιάσονα.
Όπου γυναίκα και άθλος. Όπου ιερός και ανίερος τόπος, αποθήκευση θησαυρού ή μνήμη,  κόλαση ή παράδεισος, η γυναίκα πρωτοστατεί. Όπου υπάρχει απειλή, το τερατικό (δράκοντας, φίδι ή  Μινώταυρος) η γυναικεία παρουσία υπόσχεται: έρωτα  και σωτηρία.
 Ο παράδεισος περιγράφεται πάντα με τα ίδια χαρακτηριστικά: όφις, γυναίκα και άντρας, σύζυγοι ή εραστές,  δέντρο, καρπός. Ο  Ιάσων και η Μήδεια στην αρπαγή του χρυσόμαλλου δέρατος, παίζουν την ίδια σκηνή. Ακροβατούν στα όρια της κόλασης και του παραδείσου, της γέννησης και του θανάτους, της ενοχής και της αθωότητας. Όταν κερδιθεί το χρυσόμαλλο δέρας και δοθεί η εκκίνηση της επιστροφής για τη νέα τάξη πραγμάτων της ζωής, του πολιτισμού οι ήρωες μοιάζουν να είναι νικητές και ελεύθεροι από το βάρβαρο παρελθόν της ανθρωπότητας. Ότι θα αποδειχθεί αργότερα από τις μεταπτώσεις του μύθου, ότι πρόκειται για αυταπάτη, αφού όταν γυρίζουν στην Ιωλκό δεν πραγματοποιείται ποτέ η βασιλεία. Ο Ιάσων, ταξιδεύει, νικά τα πάντα αλλά δεν βασιλεύει ποτέ. Η έξοδος – έκπτωση από τον παράδεισο θα σημάνει και το αιώνιο τέλος της παραδεισιακής κατάστασης της ζωής του ανθρώπου.
Στον δρόμο της επιστροφής η  Μήδεια και ο Ιάσων είναι ένοχοι. Όπως ένοχοι είναι και οι πρωτόπλαστοι. Ο τόπος του παραδείσου, η ουτοπία έχει αποκαλυφθεί και επιπλέον μας ενοχοποιήσει η γνώση του. Τα ιερά και τα άβατα σημεία του κόσμου έπεσαν. Η παραβίαση των ορίων του οικείου αλλά και του ανοίκειου κοστίζει και πληρώνεται τραγικά. Οι αργοναύτες επιστρέφουν κατακτητές και άρπαγες. Η νίκη τους είναι σπαρακτική, ο δρόμος της επιστροφής γεμίζει πτώματα σπαράγματα και ο Ιάσων δεν θα βασιλέψει ποτέ. Ταξίδι με το βασίλειο χαμένο διαρκώς, με τους βασιλιάδες εξόριστους στο απέραντο και τώρα ότι θα απομένει είναι η αφήγηση των κατορθωμάτων της θαλασσοπορίας, αλλά και αυτή θα γίνεται σαν μια εξιστόρηση του απίστευτου και του αδύνατου. Τότε που ο μύθος θα γίνεται κομμάτι του ψεύδους, της φαντασίωσης και της αυταπάτης.  Όταν ο Πελίας αρνείται το βασίλειο στον Ιάσονα για χιλιοστή φορά στις ιστορίες των ταξιδιών το αποστολικό ταξίδι θα αποδεικνύεται μάταιο. Η  Μήδεια απαντά με δολοφονίες αποδεικνύοντας ότι η εξημέρωση των στοιχείων της φύσης, το τέλος της βαρβαρότητας και ο εκπολιτισμός  είναι ματαιότητα και αποτυχία.
Η Αργοναυτική εκστρατεία έχει τελειώσει, όπως έχει τελειώσει και η εποχή του μύθου και η εποχή του παραδείσου.  Έκπτωτοι από βασίλεια και παραδείσους, χωρίς ψευδαισθήσεις πλέον, η ζωή τώρα θα κάνει τους δικούς της κύκλους στην ιστορία των ηρώων, σπρώχνοντας τους κάπου στην Κόρινθο για να ζήσουν και πάλι χωρίς βασίλειο. Και αυτή τη φορά και δίχως έρωτα. Με τη λήξη και την ανάμνηση της αργοναυτικής εκστρατείας ξεκινά η τραγωδία του Ευριπίδη στ. 1-11:
«Μακάρι να μην είχε φτερουγίσει  η Αργώ ανάμεσα στις κυανές  τις Συμπληγάδες πέτρες, πετώντας για τους Κόχλους ` μακάρι ποτέ να μην είχε κοπεί στα δάση του  Πηλίου το πεύκο που έγινε κουπί στα χέρια  ανδρών σπουδαίων- μακάρι  ποτέ να μην έφευγαν ποτέ να μην γυρνούσαν».
Η Αργοναυτική εκστρατεία έληξε, όπως και ο έρωτας όπως και το ταξίδι. Το τέρμα της εφηβείας, του μυθικού παρελθόντος, του έρωτα στην αρχαία Ελλάδα αναγγέλλεται  τραγικά. Η ανάμνηση του μύθου θα φέρνει πόνο και πένθος στους ήρωες, στους ακροατές σε όσους θυμούνται επίμονα, τις γυναίκες.
« Να μην είχε συμβεί τίποτα. Ούτε καράβι, ούτε πέταγμα, ούτε περάσματα, ούτε έρωτες, ούτε δολοφονίες. Τίποτα».
Γιατί τώρα στην τραγωδία ότι απομένει να συζητηθεί είναι η Νόσος, «Νοσεί τα φίλτατα» (Ευρ. Μήδ., 16) και η έρις «Νύν  δ΄εχθρά πάντων» (Ευρ. Μήδ., 17). Γιατί τώρα στο τραγικό παρόν μας ότι απομένει από τον μύθο, από το ταξίδι είναι πως το καράβι δολοφονεί τον Ιάσονα και τα περάσματα από τις Συμπληγάδες πέτρες φέρνουν τη Μήδεια σ΄ έναν κόσμο εχθρικό, ξένο όπου οι έρωτες γίνονται αρρώστια και οι δολοφονίες, ενοχή.
Στην ματαιότητα των μύθων, όταν ο λόγος επικρατεί, η τραγωδία θα φδώσει τις δικές της απαντήσεις για τους μυθικούς ήρωες. Και η απάντηση της θα είναι τραγική: «όταν η παιδική ηλικία είναι ασυνειδητότητα, η ωριμότητα δεν είναι τίποτα άλλο από απόγνωση» (Ι. Κόττ, Θεοφαγία).
Στην τραγωδία  υπάρχει μόνο η νοσταλγία του χαμένου παραδείσου. Για αυτή την νοσταλγία η Μήδεια πάσχει διαρκώς στο δράμα, τοκίζει το πάθος και τη μνήμη αποστέλλοντας την ύπαρξη σ΄ έναν και μόνο χρόνο:  εκείνου του παρελθόντος.
Η Μήδεια ακόμα και στην τραγωδία ανήκει διαρκώς στο παρελθόν της Αργοναυτικής εκστρατείας. Δεν εισάγεται στο παρόν, μόνο συνομιλεί μ΄ αυτό και δολοφονεί. Ο Ιάσων ήταν μόνο ένας εξερευνητής του παρελθόντος κόσμου και δεν θυμάται πια την  αργοναυτική εκστρατεία, ούτε το μύθο της. Όταν αρχίζει η  τραγωδία ο ίδιος είναι πάντα ο εκπρόσωπος της νέας κατάστασης του κόσμου και του πολιτισμού που  προκύπτει. Όταν ακόμη αρχίζει η τραγωδία ποθεί πάλι ένα βασίλειο και όταν τελειώνει για ακόμα μια φορά το βασίλειο είναι χαμένο.
Έτσι στην διαχείριση του μύθου της Αργοναυτικής εκστρατείας, «ο μύθος χάνει τις σημασίες του  και την καταγωγή του μη έχοντας πια τον πανελλήνιο χαρακτήρα του  ούτε τα ηρωϊκά κατορθώματα» ( R. Aelion). Η τραγωδία του Ευριπίδη θα διαχειριστεί τον μύθο, χωρίς να είναι ο μοναδικός. Αλλά , είναι ο μοναδικός κατά τη γνώμη μας που μένει πιστός στην μυθολογική παράδοση των ηρώων, κρατώντας τις μυθικές ιδιότητες σε τέτοιο σημείο που είναι αδύνατη η ανάγνωση της τραγωδίας χωρίς το μυθολογικό της υπόβαθρο. Έτσι η Αργοναυτική εκστρατεία γίνεται ταξίδι μύησης και για την σύγχρονη ανάγνωση. Μύηση στο ήθος των ηρώων, την περιπέτεια  που το ταξίδι και η ανάγνωση  της τραγωδίας μας καλεί.







[1]Ανακοίνωση για το Διήμερο Αρχαίου Δράματος 18 & 19 Νοεμβρίου 1995. Το αρχαίο Δράμα Μύθος  - Πόλις – Λόγος. Κέντρο Σημειολογίας του Θεάτρου. Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων Παντείου Πανεπιστημίου, Οδός  Χίλλ 3-5 Πλάκα.